18.6.10

Η γυναικα του τοπου μου


Άσε με να σε σεργιανίσω στην ιστορία, στο περιβόλι πιο σωστά να πω, της γυναίκας του τόπου μου.

Θα αρχίσω μετά την κραυγή «Εάλω η Πόλις», τότε πού «όλα τά ' σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Τότε που «σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μέσ' στη χώρα», μια γυναίκα έλαμψε, η Ρηγούλα Μπενιζέλου ή Φιλοθέη. Πριν υπάρξει Κοσμάς Αιτωλός, οι δάσκαλοι του Γένους, πρώτα μια γυναίκα κατάλαβε πως όποιος χαθεί για την Ορθοδοξία, είναι χαμένος για το Γένος. Στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα μαζεύει τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα να τους μάθει Τέχνη, Γράμματα. Φτιάχνει Νοσοκομείο, Γηροκομείο, μαζεύει τις ανύπαντρες μητέρες, κρατά τα μωρά τους, ξενοδοχείο κάνει, για τους γυρολόγους• πηγάδι να πίνουνε νερό οι διψασμένοι, το Ψυχικό, όπως ονομάστηκε.

Στα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, το Γένος μου δίνει ιδιαίτερη τιμή στη μάνα. Στα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς «κάτσε να φας, κάτσε να πιεις» παρακαλάμε τον Άγιο Βασίλη. Μα αυτός βιάζεται. «Πού πάς;» τον ρωτάμε. «Από τη μάνα μου έρχομαι, στο δάσκαλο πηγαίνω» απαντά ο Άη-Βασίλης, το Γένος μου δηλαδή. Βραβεύεται παγκόσμια ο ποιητής μας Σεφέρης με Νόμπελ. Στο τέλος πρέπει να ευχαριστήσει. Το κοινό η αφρόκρεμα της υφηλίου. Και αρχίζει: «Προέρχομαι από ένα Γένος που ξέρει πως καρπός της μάνας μας είμαστε. Για νανούρισμα λέει "Κοιμήσου και σου κέντησα αητούς στο μαξιλάρι. Άγια Σοφιά καί Παναγιά νάχεις για προσκεφάλι"». Η γυναίκα του τόπου μου νανούριζε το σκλαβωμένο Ελληνόπουλο με το: «Πέφτω κάνω το Σταυρό μου, άγγελο έχω στο πλευρό μου• δούλος του Θεού λογιούμαι καί κανέναν δε φοβούμαι».

Η γυναίκα του τόπου μου δεν ήξερε πολλά γράμματα. Μάθαινε όμως μια μοναδική πρόσθεση στα παιδιά και στα εγγόνια της, πρόσθεση όλο δόγμα καί στέριωμα για τη ζωή: Ένας είν' ο Κύριος, δεύτερη η Παναγιά, τρίτος είναι ο Πρόδρομος, τέσσερα τα Βαγγέλια, πέντε η πεντάτευχος, έξι τα εξαπτέρυγα, εφτά είν' τα Μυστήρια, οχτώ το οκταήχι, εννιά είναι τα τάγματα, δέκα είν' οι εντολές, έντεκα τα εωθινά, δώδεκα οι Απόστολοι». Χριστό καί Ελλάδα η γυναίκα του τόπου μου έδινε με το γάλα της στο μωρό. Γυναίκες που, όπως λέει ο ποιητής, «με το Ψαλτήρι εθέριεψαν και το χρυσό στεφάνι της Υπερμάχου εφίλησαν και πάλι στο μακελειό!!!». Γιατί έγνοια τους η λευτεριά του τόπου τους. Η Λενιώ Μπότσαρη ήταν η σημαιοφόρος στο Σουλιώτικο σώμα, ήταν η «Μπαϊρακτάραινα». Και η ηρωϊκή μάνα των Λαζαίων έλεγε στα παιδιά της: «Κατάρα νάχετε παιδιά, μη λυγίσουν τα κορμιά σας, όσο να ζείτε την Τουρκιά να μη την προσκυνάτε!!».

Ήταν αυτή η Γυναίκα που έδωσε 30.000 νεομάρτυρες που δεν έπρεπε να ξεχάσουν πως είναι Χριστιανοί και Έλληνες. Στον ένοπλο Μακεδονικό αγώνα, όπως τονίζει ο ακαδημαϊκός Βαφόπουλος, έντονη η παρουσία της. «Όποιος ξεχάσει τη Μακεδονία μας, γιος μου δε λογιαριάζεται, καταραμένος νάναι!!», έλεγε στα παιδιά της. Μετέφεραν όπλα, τρόφιμα, πληροφορίες, κρύβοντας στα σπίτια τους αγωνιστές, νοσηλεύοντας τραυματίες και αρρώστους. Πολλές φορές και φυσέκια έκρυβαν ανάμεσα στις πλούσιες πλεξούδες τους και όπλα κάτω από τις κάπες τους. Οι γεροντότερες έπλεκαν ακάματα μάλλινα για τους αγωνιστές και κεντούσαν τα διακριτικά στα πηλίκιά τους. Το Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης ετοίμαζε δασκάλες, που πήγαιναν στα σχολειά της Μακεδονίας που αναστέναζαν κάτω από τον Βούλγαρο κομιτατζή, να μάθει το Ελληνόπουλο ελληνικά. Πυρπολούσαν το σχολειό οι Βούλγαροι, καιγότανε μαζί και η δασκάλα, αφού προλάβαινε να χτυπήσει τον εχτρό.

Το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, που ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός το έβγαλε απ' την ωραία πύλη και κηρύττει την έναρξη του αγώνα, το κέντησαν γυναίκες στη Σμύρνη. Προτού να αρχίσουν το κέντημα τα κορίτσια, άναβαν το καντήλι, έκαναν το σταυρό τους και καθώς κεντούσαν έλεγαν προσευχές και έψελναν σιγά τροπάρια. Στο τέλος δε του κάθε κεντήματος θύμιαζαν το ιερό αυτό εργόχειρο. Ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός στο βιβλίο του "Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη" γράφει: «...και πέθανε η μάνα... Το είχε καταλάβει. Μας πήρε κοντά της. Την Πίστη σας, μας είπε, να μην την αλλάξετε. Αυτό θυμάμαι...». Δασκάλα 18 χρονών, μόνη της μέσα στην καταστροφή της Σμύρνης, διέσωσε 100 παιδιά του ορφανοτροφείου Σμύρνης. Τα πήγε στη Θεσσαλονίκη με καράβια παρακαλώντας καί περίμενε να τελειώσουν όλα, να μάθουν μια τέχνη και μετά παντρεύτηκε.

Τί να σου πω για τις γυναίκες της Πίνδου! Σκαρφάλωσαν εκεί που τα μουλάρια δεν μπόραγαν να σκαρφαλώσουν, ζαλωμένες με πολεμοφόδια, γιατί οι φαντάροι μας είχαν απομείνει σε ένα οχυρό χωρίς πολεμοφόδια. Να, κι άλλο θα σου πω. Οι νικητές της Πίνδου προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα τρόμαξαν. Το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς. Οι γυναίκες μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά και πιασμένες οφιχτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόχωμα που ανάκοπτε την ορμή του ποταμού και ευκόλυνε τους γεφυροποιούς. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος θα τραγουδήσει τη γυναίκα της Πίνδου:

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να 'χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη.

Η Ιωάννα Τσάτσου γράφει για μια νοσοκόμα Ελληνίδα, που κρατούσε στην αγκαλιά της έναν Ιταλό στρατιώτη που ήταν σε αφασία. Στο ένα της χέρι είχε ένα ιταλικό λεξικό και ψιθύριζε Ιταλικά «γιε μου... γιε μου». «Με νομίζει για μάνα του», είπε στην έκθαμβη Τσάτσου.

Επί 40 χρόνια η Δέσποινα Αχλαδιώτη ύψωνε στο μικρό νησί της Ρω την Ελληνική σημαία. Η Ακαδημία Αθηνών τίμησε την Κυρά της Ρω, τη γυναίκα με τη σημαία.

Η Γυναίκα του τόπου μου στεριώνει τα γιοφύρια. Μη ξεχνάς το γιοφύρι της Άρτας. «Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν». Μα η γυναίκα του πρωτομάστορα θεληματικά δέχεται να στεριώσει, με το θάνατο της, το γιοφύρι. Και το Γένος μου μια γυναίκα - τη Γοργόνα - έβαλε φρουρό στο Αιγαίο και να σε ρωτάει με αγωνία μήπως και πέθανε ο Μεγαλέξανδρος στη μνήμη σου.

Και τελειώνει το σεργιάνι με το ποίημα του Κωστή Παλαμά:

Χαίρε Γυναίκα, Εσύ, Αθηνά, Μαρία, Ελένη, Εύα!
Να η ώρα σου! Τα ωραία φτερά δοκίμασε και ανέβα,
Και καθώς είσαι ανάλαφρη, και πια δεν είσαι η σκλάβα,
Προς τη μελλόμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα.
Κι ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα,
Κι ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα,
Και πλάσε την πρωτοπλάστην, ω Αγάπη εσύ, αρμονία,
Εσύ Ομορφιά, Σοφία εσύ, Πειθώ και Παρθενία!


Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη

Φωτογραφία Nelly's Πορτραίτο Ελληνίδας

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΡΑ
Εθνικίστριες και Υπερήφανες!
Για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια Ελεύθερη Ευρώπη.

  © Blogger templates 'Neuronic' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP