13.3.10

ΤΟΥ ΒΑΓΟΡΗ


Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θηλιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρ᾿ όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν άκ᾿σε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει,
χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη, κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
-Παρόντες όλοι; -Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
-Παρόντες! λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει:
-Σήκω Ευαγόρα να μας πεις Ελληνική Ιστορία!
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν σ’ αναφιλητά, ετούτοι κι όλη η τάξη.
-Παλληκαρίδη, άριστα! Βαγόρα, πάντα πρώτος!
Στους πρώτους πρώτος, Άγγελε πατρίδας δοξασμένης.
Συ μέχρι χτες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία!
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω από κείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο!...

Συγκλονισμένος από τον απαγχονισμό του 18χρονου Ευαγόρα Παλληκαρίδη, από τους Άγγλους τα μεσάνυχτα της 13ης προς 14ης Μαρτίου 1957, ο Φώτης Βαρέλης, ποιητής και φιλόλογος από την Ρόδο, έγραψε το 1957 το παραπάνω ποίημα για τον έφηβο Ήρωα. Μέσα στην ταπεινότητά του άφησε το ποίημα να γίνει θρύλος, χωρίς το όνομά του. Αποδόθηκε πολλές φορές σε άγνωστο ποιητή και άλλες αναφέρθηκε ως δημοτικό της εποχής. Προκαλεί, όσο κανένα άλλο ποίημα, περίσσια συγκίνηση σε κάθε αγνή ελληνική ψυχή για τη θυσία του έφηβου Ήρωα…

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΡΑ
Εθνικίστριες και Υπερήφανες!
Για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια Ελεύθερη Ευρώπη.

  © Blogger templates 'Neuronic' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP