13.10.09

13 Οκτωβρίου 1904: Θάνατος Παύλου Μελά


Διατηρώντας την Ιστορική Μνήμη, παραθέτουμε αποσπάσματα από το βιβλίο του Γερμανού Καραβαγγέλη “Απομνημονεύματα. Ο Μακεδονικός αγών”, για την περιπέτεια της σωρού του ήρωα και την στάση της συζύγου του, Ναταλίας Δραγούμη-Μελά, μετά τον θάνατό του:
Μόλις έμαθα το τραγικό γεγονός ειδοποίησα αμέσως τους αιχμαλώτους στη φυλακή να κρατήσουν μυστικό το όνομα του αρχηγού των με την ιδέα ότι θα έμενε κρυφός ο θάνατος του Μελά. Και συγχρόνως έστειλα ένα νέο Δίνε από τη Στάτιστα να πάη και να μεταφέρη στην Καστοριά αντί γενναίας αμοιβής το σώμα του Μελά για να το θάψω. Αλλά τηλεγραφικώς είχε ειδοποιηθεί από το Προξενείο το Υπουργείο και η οικογένειά του για το φρικτό δυστύχημα και ο κόσμος στην Αθήνα ήταν ανάστατος. Η τουρκική κυβέρνησις έμαθε από τηλεγραφήματα από τας Αθήνας ότι έπεσε ο Μελάς, ο γαμπρός του Δραγούμη (είχε γίνει μεγάλος θόρυβος στον Τύπο), και διέταξε τηλεγραφικώς τις αρχές να εξετάσουν καλύτερα τα συμβάντα και ν’ ανακαλύψουν το σώμα του σκοτωμένου.

Μυρμηκιά στρατού έφτασε στη Στάτιστα την ίδια σχεδόν στιγμή που είχε φτάσει και ο Δίνε κι έτσι αυτός μη προφταίνοντας πια να μεταφέρη ολόκληρο το σώμα έκοψε το κεφάλι και το μετέφερε στο Πισοδέρι όπου το έθαψαν στην εκκλησία. Ο στρατός ανακάλυψε το ακέφαλο σώμα και το μετέφερε στην Καστοριά...

...Για να μ’ αναγκάση να πω το πραγματικό όνομα, επειδή και η κυβέρνησις και το παλάτι περιμέναν εναγωνίως να μάθουν το αποτέλεσμα, ο καϊμακάμης εδήλωσε ότι ο σκοτωμένος είναι Βούλγαρος και θα φέρη από το Απόσκεπο βουλγαρόπαπα για να τον θάψουν οι Βούλγαροι σε βουλγάρικο χωριό. Του απάντησα ότι το όνομα είναι ελληνικό, τα γράμματα ήταν μεν συνθηματικά αλλά μέσα σ’ αυτά ήταν και μερικά ελληνικά γραμμένα, ανώνυμα κι αυτά, κανένα όμως βουλγάρικο. Επομένως ο σκοτωμένος ήταν Έλληνας κι έπρεπε να μου τον παραδώση για να εκτελέσω τα τελευταία προς αυτόν καθήκοντα. Αυτός όμως επέμενε μέχρις εσχάτων να παραδώση το σώμα στους Βουλγάρους.

Τότε βλέποντας την επιμονή του ειδοποίησα κρυφά τη νεολαία της Καστοριάς να τρέξη στο Διοικητήριο και με φωνές να απαιτή το σώμα του Έλληνα οπλαρχηγού για να το θάψη. Αμέσως φθάσαν εκατοντάδες πολλές στην αυλή του Διοικητηρίου και σύμφωνα με τις οδηγίες μου φωνάζαν ότι θα παραλάβουν το σώμα του Έλληνα. Έγινε πολύς θόρυβος μα ο καϊμακάμης ήταν ανένδοτος. Τότε έξω φρενών βγήκα από το Διοικητήριο και πήγα στο απέναντι σπίτι του Μιμτάσμπεη όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι μπέηδες της Καστοριάς και τους ανέφερα την αθλία στάσι του καϊμακάμη και δείχνοντας το απέναντι συναθροισμένο πλήθος τους είπα ότι θα χυθή πολύ αίμα στην Καστοριά, γιατί ο ελληνικός λαός είναι μεθυσμένος, και πολύ δίκαια, από αγανάκτησι, και είμαστε αποφασισμένοι κι εγώ και ο λαός μου να πέσουμε απάνω στο πτώμα του Τζέτζα. Και μαζί μας βέβαια θα πέσουν και πολλοί Τούρκοι...

Ήμουν αποφασισμένος να μη φύγω από το Διοικητήριο ζωντανός, αν δεν πάρω το σώμα του Μελά. Ευτυχώς οι μπέηδες επείστηκαν στα λόγια μου, ανέβηκαν εν σώματι στο Διοικητήριο κι εδήλωσαν στον καϊμακάμη ότι πρέπει να παραδώση το σώμα σε μένα ή να φύγη από την Καστοριά. Μπροστά στο δίλημμα αυτό, γιατί οι μπέηδες ήταν πανίσχυροι στον τόπο, ισχυρότεροι κι από τον καϊμακάμη, αναγκάστηκε να μου παραδώση το σώμα την ώρα πια που άρχιζε να σκοτεινιάζη. Το μετέφερα αμέσως στο μητροπολιτικό μέγαρο και κείνη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου. Το θρηνήσαμε όλη την νύχτα και την άλλη μέρα πολύ πρωί, όπως είχα υποσχεθεί στον καϊμακάμη, το έθαψα με λίγους ανθρώπους της εμπιστοσύνης μου, για να αποφύγω άλλους θορύβους και συγχύσεις του λαού. Τον έθαψα στο νεκροταφείο αντίκρυ από τη Μητρόπολι. Την ίδια ώρα και δω στην Αθήνα γινόντουσαν μνημόσυνα και μεγάλος πάταγος, πράγμα που εγώ ακόμα το αγνοούσα...

Ύστερα από λίγο καιρό με ειδοποίησε η κυρία Ναταλία Μελά ότι επιθυμεί να έρθη στην Καστοριά να προσκυνήσει τον τάφο του. Εμείναμε σύμφωνοι να έρθη, όχι βέβαια ως γυναίκα του Μελά μα ως Ελληνίδα απλώς, αν και πολλοί Έλληνες της Μακεδονίας την ήξεραν καθώς και Βούλγαροι που είχαν πάει στην Ελλάδα. [...] Τη νύχτα κατά τα μεσάνυχτα βγήκαμε από τη Μητρόπολι η κυρία Μελά, οι δυο αδελφές μου κι εγώ και πήγαμε στον τάφο, που ήταν στο απέναντι νεκροταφείο. Εκεί φαντάζεται καθένας τις σπαρακτικές σκηνές που ξετυλίχτηκαν. Με χίλιες δυσκολίες και προσχήματα κατώρθωσα να μείνη λίγες, μα πολύ λίγες, μέρες ακόμα και τις νύχτες επισκεπτόταν τον τάφο του αντρός της. [...] Αυτό έγινε στα τέλη του 1904 ή στις αρχές του 1905. Ύστερα από τρία χρόνια λαβαίνω ένα γράμμα του πατέρα της Στεφάνου Δραγούμη, που μου έγραφε ότι η κόρη του θα έρθη στην Καστοριά για την ανακομιδή του αντρός της όχι πια με ψευδώνυμο, αλλά με το όνομά της, ως κυρία Μελά, αφού είχε συνεννοηθεί ο ίδιος με την κεντρική τουρκική κυβέρνηση γι’ αυτό.

Έφτασαν λοιπόν στη Μητρόπολι η χήρα Μελά, ο αδερφός του μακαρίτη Κοκός Μελάς, ο Γιάννης Δραγούμης (Ίων), νομίζω ο πρόξενος Μοναστηριού, δε θυμούμαι πολύ καλά, και άλλοι συνοδευόμενοι από Τούρκους αξιωματικούς. Ωρίσθηκε η μέρα του μνημοσύνου του, που το ετέλεσα εγώ ο ίδιος με τον κλήρο κι εξεφώνησα τον επιμνημόσυνο λόγο του. Η κυρία Μελά είχε ζητήσει να φέρουν το κεφάλι του, που ήταν θαμμένο στο Πισοδέρι. [...] όμως από τη συγκίνησί της δεν θέλησε να δη το κεφάλι μ’ όλο που είχε αμφιβολίες αν αληθινά το κεφάλι ήταν του Μελά. Και για να το εξακριβώση έκανε τούτο. Είπε στην αδερφή μου Αφροδίτη ότι ο Μελάς είχε ένα δόντι χρυσό και παρεκάλεσε να ιδή αυτή αν και το κρανίο το είχε. Η αδελφή μου πήγε, κύταξε, είδε ότι είχε τρία χρυσά δόντια και της είπε την αλήθεια. Τότε πια πείστηκε πως ήταν το κεφάλι του Μελά, γιατί πραγματικά είχε τρία χρυσά δόντια κι όχι ένα και ξέσπασε σε λυγμούς. Έγινε η ανακομιδή σ’ ένα κιβώτιο, όπου βάλαμε τα κόκκαλα και το κεφάλι και μαζί χώμα από τον οικογενειακό του τάφο και διάφορα ενθύμια των παιδιών του και δικά της, που έφερε μαζί της η κυρία Μελά. Το μνημόσυνο έγινε πάνδημο και σ’ αυτό ήταν παρών και ο Τούρκος αξιωματικός. Η ημέρα ήταν πολύ πένθιμη. Η κυρία Μελά μέσα στην εκκλησία εκράτησε στάσι αντρική και μόνον άμα επιστρέψαμε στη Μητρόπολι εξέσπασε σε κλάμματα. Τη νύχτα του μνημοσύνου άνοιξα ένα τετράγωνο τάφο εμπρός στην Αγία Τράπεζα και εκεί αποθέσαμε τα ιερά λείψανα. Έπειτα έβαλα μια τετράγωνη πλάκα από πάνω, την εσφράγισα με τσιμέντο κι έμειναν εκεί περιμένοντας την ημέρα της απελευθερώσεως της Μακεδονίας, που ευτυχώς δεν άργησε να έρθη και μένουν, νομίζω, ακόμα και σήμερα εκεί κοντά στον τόπο του ηρωικού θανάτου του.

Δείτε:
>>Την ταινία του Γιάννη Σπανού "Παύλος Μελάς"
>>Το δεύτερο μέρος της ταινίας «ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ: Γράμματα από τη Μακεδονία», που στηρίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στα γράμματα που ο ίδιος στέλνει από τη Μακεδονία στη γυναίκα του Ναταλία Δραγούμη, αλλά και στα προσωπικά του σημειωματάρια που είχε πάντα μαζί του σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα του.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΡΑ
Εθνικίστριες και Υπερήφανες!
Για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια Ελεύθερη Ευρώπη.

  © Blogger templates 'Neuronic' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP