28.2.08

Μίκης Μάντακας: Παρών!


ΜΕΤΩΠΟ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

26.2.08

«Που ξέρει το γουρούνι τι είναι το κουδούνι»

Την παροιμία αυτή μου την λέει πάντα ο πατέρας μου, όταν θέλει να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο που είναι άσχετος και ηλίθιος. «Που ξέρει το γουρούνι, τι είναι το κουδούνι» και με αυτό έχει πει τα πάντα.

Η γουρουνοποίηση του Ελληνικού λαού που έχει ξεκινήσει μαζικά μετά τη λεγόμενη Μεταπολίτευση, κοντεύει πια να ολοκληρωθεί με τρόπο θεαματικό. Το ασφαλιστικό, τα ροζ ντι βι ντι, το Μακεδονικό είναι τρία από τα θέματα που απασχολούν ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΑ τον μακάριο μαλάκα νεοέλληνα που επαναπαύεται μόνος του ότι τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ σε «εμάς», μόνο που ήδη συμβαίνουν πάρα πολλά εδώ και χρόνια και κοντεύει να μας συμβεί και το μη αναστρέψιμο.

Ένα ρητό λέει πως όταν συνηθίσεις στη θέα του κτήνους τότε έχεις αρχίσει να του μοιάζεις. Στον γουρουνόλακκο της νεοελληνικής πραγματικότητας περιμένουν να πάρουν σειρά εκατομμύρια φουκαράδες Έλληνες που μόνο όταν το ένα που θα τους έχει απομείνει θα είναι ο ειδικός γουρουνόλακκος του τέλους για να βουτήξουν μέσα μπας και βρουν κανένα ξεροκόμματο, τότε ίσως καταλάβουν πόσο εγκληματική είναι η αδιαφορία και η προσήλωση στον εαυτούλη μας.


Γουρούνια… ξυπνάνε, πίνουν φραπέ, πάνε στη δουλειά, επιστρέφουν σπίτι, τρώνε, κοιμούνται, βλέπουν ειδήσεις και λοιπές αηδίες στην τηλεόραση, ξανατρώνε και κοιμούνται και καμιά φορά παντρεύονται με γάμο-υπερπαραγωγή, πληρωμένο εξ’ολοκλήρου από δάνεια, γιατί και αυτό είναι νέα μόδα πια: δεν μπορούμε να παντρευτούμε με τελετή και δεξίωση που να μην προσεγγίζει τις αντίστοιχες των βαθύπλουτων. Είναι ντροπή να πας να παντρευτείς και να μην μπουμπουνίσεις και πενήντα πυροτεχνήματα. Τι είσαι, γύφτος; (Ναι, αλλά δε σου το λέμε ακόμα). Τι κάνουν όλοι αυτοί το σαββατοκύριακο; Ύπνο, ύπνο, ύπνο, κανένας φραπές εν μέσω ανιαρών και ανούσιων συζητήσεων και μια δυο φορές το μήνα, κλάμπινγκ ή μπουζούκια, γιατί δεν είναι και για χόρταση, θέλουν λεφτά τα άτιμα, που ο νεοέλληνας δεν τα έχει γιατί χρωστάει. Δάνειο για σπίτι, για αυτοκίνητο, για ψυγείο, για διακοπές, για εγχείρηση, για ταξίδι, για το γάμο του Καραγκιόζη που λέγαμε πριν… Απ’όλα έχει ο μπαξές, διαλέγεις και παίρνεις.

Κι όταν το κουδούνι του κινδύνου χτυπήσει, όταν το μυαλό πρέπει να είναι καθαρό για να σκεφτεί, όταν οι αντιστάσεις επιβάλλεται να ατσαλωθούν, όταν το τίποτα έρθει να αντικαταστήσει το πάντα, τότε το γουρούνι θα σηκώσει έκπληκτο το κεφάλι από το γουρουνόλακκό του και δεν θα αναγνωρίσει τι είναι αυτό που το καλεί να σηκωθεί και θα καταλήξει άδοξα στο μαχαίρι του χασάπη που το έτρεφε.


Strat

24.2.08

Συμπαράσταση στην Σερβία για το Κόσοβο



Στην συγκέντρωση διαμαρτυρίας της Ελληνο-Σερβικής Ένωσης, όπου συμμετείχαν και μέλη της Χρυσής Αυγής, οι γυναίκες όλων των ηλικιών είχαν εντυπωσιακή συμμετοχή. Οι δύο αδελφικοί λαοί δοκιμάζονται ταυτόχρονα από την κατασκευή προτεκτοράτων των παγκόσμιων εξουσιαστών στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα με το θέμα της Μακεδονίας και η Σερβία με του Κοσσόβου. Ο ένας λαός στο πλευρό του άλλου, οι γυναίκες πλάι στους άντρες, δηλώνουν στους αμερικανοσιωνιστές και τους πολιτικούς υπηρέτες τους "Η νίκη σας είναι προσωρινή!".

22.2.08

Να μάθουν Ιστορία απ' το ...Πακιστάν!

Χούνζα, Πατάν, Καλάς: φυλές του Πακιστάν. Στα έντυπα του Πακιστανικού Οργανισμού Τουρισμού αναφέρονται ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. "... οι κάτοικοι της περιοχής αυτής θεωρούνται απόγονοι στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι οποίοι περιπλανήθηκαν στα μέρη αυτά" γράφουν για τους Χούνζα, ενώ για τους κατοίκους της κοιλάδας Σουάτ λένε "... οι κάτοικοι του Σουάτ είναι μουσουλμάνοι Πατάνς, Κοχιστανοί και Γκουζάρ. Μερικοί έχουν πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά και ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όσο για τους Πατάνς διαβάζουμε: "...οι Έλληνες άφησαν τα ίχνη τους εδώ... τα χωριά τους έχουν ακόμα ελληνικά ονόματα και τα πρόσωπά τους θυμίζουν τα κλασικά ελληνικά χαρακτηριστικά..."

Και ένα άρθρο για τους Καλάς στο Καλάμι

21.2.08

Αγαπήστε τους λαθρομετανάστες!

Είδα προχθές το δελτίο ειδήσεων με την Έλλη Στάη και ΕΞΟΡΓΙΣΤΗΚΑ. Είχε στείλει μια δημοσιογράφο σε ένα καταυλισμό λαθρομεταναστών που λόγω παγετού τους βοήθησαν να φιλοξενηθούν σε ελληνικά σπίτια. Είχε λοιπόν αυτή στα χέρια της ένα παιδάκι λαθρομεταναστών γεννημένο καθώς είπε στην Ελλάδα, που έκλαιγε γοερά και ζητούσε διάφορα. Δεν θα τα βάλω με το παιδάκι. Το παιδάκι είναι θύμα της κατάστασης που όλοι ξέρουμε, ΑΛΛΑ: το παιδάκι ζητούσε "ένα καλό σπίτι με αγάπη". Συγκινητικό, δε λέω και δίκιο έχει αν τα είπε από την καρδιά του και όχι αν του τα είπαν να τα πει. Στο κάτω κάτω παιδάκι είναι, φτωχό και ξένο είναι, τι να πει. ΟΜΩΣ: οι γονείς του, οι δημοσιογράφοι που ρουφιανεύουν πια τους πάντες και τα πάντα, η κοινωνία όλη, δεν πρέπει να διδάξουν σε αυτό το παιδάκι και στο κάθε δυστυχισμένο παιδάκι ότι ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ να προσφέρει ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ, ούτε στο ίδιο μεθαύριο που θα είναι ενήλικας και γεμάτος μίσος για την Ελλάδα, ούτε σπίτι, ούτε αγάπη, ούτε κάτι άλλο; Είναι παράλογο να μαθαίνουν τα παιδάκια ότι αν δεν πολεμήσεις ακόμα και για τα αυτονόητα -στην Ελλάδα τουλάχιστον- δεν θα τα πάρεις ποτέ; Αλλά και γενικότερα, σε ποιόν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων χαρίστηκε απλόχερα η ζωή, τα λεφτά, το οτιδήποτε; Από πότε πρέπει να κλαίμε και μόλις κλαίμε να μας δίνουν τα πάντα; Αυτά μαθαίνουν τα παιδάκια των λαθρομεταναστών και τα δικά μας δυστυχώς και γίνονται ανθέλληνες, φλώροι και λαπάδες.

Και ποιές είναι αυτές οι "κυρίες" που φώναζαν ότι πρέπει κάτι να γίνει για αυτούς τους ανθρώπους; Με τι θράσος το έλεγαν αυτό, τη στιγμή που οι ίδιες μόνο φωνάζουν για να φανατίζουν διαφόρους ηλιθίους και μακάριους λόγω ηλιθιότητας και οι ίδιες δε βλέπω να βάζουν κανένα χέρι στην τσέπη. Αγαπάς τους λαθρομετανάστες;; ΠΛΗΡΩΣΕ. Μη με βάζεις όμως εμένα ούτε να τους αγαπάω υποχρεωτικά, ούτε να τους πληρώνω, γιατί δεν θέλω. Και επειδή δεν είμαι και Θεός ώστε να έχω τόοοοοοοση αγάπη και να μπορώ να βοηθήσω άπαντες τους κατατρεγμένους του πλανήτη για να μεγαλώσουν στην πατρίδα μου "σε ένα σπιτικό με αγάπη" και να με σφάξουν κάποτε "με αγάπη" και όχι μέσα από ένα καταυλισμό, εγώ, η Στρατ, έχω αποφασίσει να αγαπώ τους ομοαίματούς μου που ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ ΑΣΤΕΓΟΙ ΣΤΑ ΚΑΜΜΕΝΑ. Τους ομοαίματούς μου που ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ ΣΕΙΣΜΟΠΛΗΚΤΟΙ στην Καλαμάτα, στην Αθήνα και αλλού, επί δεκαετίες πια. Στους ομοαίματούς μου ναρκομανείς και άστεγους που το κωλοσύστημα τους βρήκε αδύναμους χαρακτήρες και τους ΣΑΠΙΖΕΙ τη ζωή, την υγεία, το μυαλό, τα πάντα, απομυζώντας τους μάλιστα.

Πεθαίνουν τα νιάτα μας στους δρόμους απο τα ναρκωτικά.
Φυτοζωούν από τα δάνεια οι σεισμόπληκτοι.
Ζουν στο δρόμο οι πυρόπληκτοι.
Αργοσβήνουν οι συνταξιούχοι άδικα, με συντάξεις πείνας.
Ακόμα ζουν συνέλληνες σε παράγκες στο Πέραμα...

ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΑΤΣΩ ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΩ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ;; Ντροπή πια!

Όσο για αυτές τις κυρίες και για άλλους δημοσιογράφους που πληροφορήθηκα ότι ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα, τους την έχω εγώ τη λύση: ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΤΩΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΤΟ ΧΑΡΙΣΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΖΟΥΝ ΜΕΣΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ.

Μερικές φορές πιστεύω πως ένας επιλεκτικός μπολσεβικισμός θα ήταν πολύ χρήσιμος σε τέτοια άτομα.

Φαντάσου: Να μπουν ομάδες εξαγριωμένων πολυφυλετιστών-αριστεριστών μέσα στα πλούσια, ζεστά και μεγάλα σπίτια αρκετών πολιτικών και δημοσιογράφων και να τους τα επιτάξουν για να μείνουν μέσα τα ορφανά του Μαρξ, του Μάο, του πλανήτη. Ποιητική δικαιοσύνη λέγεται αυτό.


Strat

14.2.08

Γιορτή για ερωτευμένους

Η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, που καθιερώθηκε από τη Δυτική Εκκλησία για τις 14 του Φλεβάρη, αντικατέστησε ένα αρχαιότατο παγανιστικό έθιμο, που τελούνταν στη Ρώμη για περισσότερα από 800 χρόνια. Τα Λουπερκάλια, την αρχαιότερη όλων των ρωμαϊκών εορτών, που κι αυτή έχει σχέση με τη γονιμότητα και την εκλογή συντρόφου. Γιορτάζονταν κάθε χρόνο στις 15 Φεβρουαρίου προς τιμήν του Φαύνου ή Λούπερκου, μίας πρωτόγονης θεότητας που προστάτευε τα κοπάδια από τους λύκους κι ευλογούσε την γονιμότητα και την αφθονία των ζώων. Το όνομα Λούπερκος το πήρε από τη λατινική λέξη lupus που σημαίνει λύκος και την ιδιότητα του ως προστάτης των κοπαδιών. Ο Φαύνος, που ταυτίστηκε με τον Έλληνα Πάνα, ήταν, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή μυθολογία, πατέρας του Λατίνου, του μυθικού γενάρχη των Ρωμαίων. Στην Ελλάδα την αντίστοιχη εποχή γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, προς τιμήν του Διονύσου.

Τα Λουπερκάλια διατηρήθηκαν μέχρι και το 494 μ.Χ., οπότε και καταργήθηκαν από τον πάπα Γελάσιο τον Α΄ και αντικαταστήθηκαν από τη χριστιανική γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου που κατάφερε, όμως, να διατηρήσει μέσα στους αιώνες τις αρχαίες ρίζες της και να θεωρείται σήμερα γιορτή των απανταχού ερωτευμένων.

Μια δυτική παράδοση αφηγείται ότι τον 3ο μ.Χ. αιώνα ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος Κλαύδιος ο Β΄, ο επονομαζόμενος Γοτθικός, από τους συνεχείς κι ανηλεείς πολέμους του εναντίον των ανυπότακτων φυλών των Γότθων, απαγόρεψε τους γάμους των νεαρών υπηκόων του, ώστε καμία δέσμευση να μην είναι ικανή να κρατήσει τους στρατιώτες του μακριά από το πεδίο της μάχης. Ένας χριστιανός παπάς στη Ρώμη, ο Βαλεντίνος, αψηφώντας την απαγόρευση του αυτοκράτορα, αλλά και τους διωγμούς που υφίσταντο την εποχή εκείνη οι χριστιανοί, άρχισε να παντρεύει κρυφά τα ερωτευμένα ζευγάρια. Η φήμη του σιγά-σιγά εξαπλωνόταν στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κι όλοι οι νέοι έσπευδαν στη Ρώμη και στο «φίλο των ερωτευμένων», όπως τον αποκαλούσαν, για να παντρευτούν. Ώσπου αναπόφευκτα το έμαθε κι ο ίδιος ο Κλαύδιος, που διέταξε να συλληφθεί και να φυλακιστεί ο αντιδραστικός ιερέας. Όταν εκείνος αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και ν’ απαρνηθεί τις ιδέες και τα πιστεύω του καταδικάστηκε σε θάνατο με λιθοβολισμό κι αποκεφαλισμό. Εκτελέστηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 270 μ.Χ., την ίδια χρονιά που πέθανε από λοιμό κι ο αυτοκράτορας Κλαύδιος.

Η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία επιμένει πως ο Άγιος Βαλεντίνος είναι ξενόφερτος, αντιπροτείνοντας στους ερωτευμένους τους Αγίους Ακύλα και Πρίσκιλλα, που γιορτάζουν στις 13 Φεβρουαρίου, ή τον Άγιο Υάκινθο, που γιορτάζει στις 3 Ιουλίου.


Δείτε και ένα πληρέστερο άρθρο.

12.2.08

Μια Ελληνίδα δασκάλα

Την συναντήσαμε στο μονομελές πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, ένα σεμνό κορίτσι, την δασκάλα του Δερίου, που τον τελευταίο καιρό έχει μπει στο στόχαστρο κάποιας ομάδας μουσουλμάνων της περιοχής. Κακοποιημένη ψυχικά και σωματικά με εμφανή τον νάρθηκα στο χέρι από τον τραμπουκισμό κάποιου που πήγε να την εκφοβίσει πιο άμεσα, στο σχολείο της, ενώ προετοίμαζε την χορωδία των παιδιών για μια σχολική εμφάνιση.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο της εφημερίδας της Κομοτηνής Ο ΧΡΟΝΟΣ.

Η Χαρά Νικοπούλου, κόρη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, δεν χρησιμοποίησε την ιδιότητα του πατέρα της για να επιτύχει έναν "ευνοϊκό" διορισμό. Αντιθέτως, επέλεξε να κατοικήσει μόνιμα σε ένα ορεινό πομακοχώρι, αφιερώνοντας ολόκληρο τον χρόνο της στο λειτούργημά της, διδάσκοντας ελληνικά στα παιδιά των Πομάκων, παραδίδοντας σεμινάρια στις μητέρες τους, οργανώνοντας εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις. Οι μαθητές και οι περισσότεροι γονείς την αγαπούν. Οι αντιδράσεις προήλθαν από τον κύκλο επιρροής του τουρκικού προξενείου. Δέχθηκε διάφορες απειλές, με αποκορύφωμα τον τραυματισμό της. Ο δράστης τελικά δικάστηκε σε δέκα μήνες εξαγοράσιμη κράτηση.

Διαβάστε και το σχετικό άρθρο της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

10.2.08

Η θυσία της Ιφιγένειας

Από την ταινία "Ιφιγένεια" του Μιχάλη Κακογιάννη (1977)


Η τραγωδία του Ευριπίδου "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" αρχίζει με διάλογο ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τον γέρο υπηρέτη του: ο αρχηγός του στόλου των Ελλήνων είχε καλέσει την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα, δήθεν για να την παντρέψει με τον Αχιλλέα, στην πραγματικότητα όμως για να τη θυσιάσει στην οργισμένη Άρτεμη, προκειμένου εξιλεωθούν για τον φόνο του αγαπημένου της ελαφιού και να φυσήξει ούριος άνεμο για το ταξίδι του στόλου στην Τροία. Στέλνει μετανιωμένος τον υπηρέτη στο Άργος με ένα δεύτερο γράμμα, που ανακαλεί το πρώτο. Εμφανίζεται ο χορός από γυναίκες της Χαλκίδας και περιγράφει τις συγκεντρωμένες στην Αυλίδα στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Μενέλαος ορμά στη σκηνή, κατηγορεί τον Αγαμέμνονα για την αλλαγή της απόφασής του κι ακολουθεί έντονη φιλονικία ανάμεσα στους δύο αδελφούς. Στο μεταξύ φτάνει η Ιφιγένεια μαζί με τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον μικρό αδελφό της Ορέστη. Ο Μενέλαος, αν και συγκινείται, προτρέπει τον Αγαμέμνονα να προχωρήσει στην θυσία, εντείνοντας περισσότερο τον πόνο του. Η Κλυταιμνήστρα συναντά τον Αχιλλέα, που αποδεικνύεται ανυποψίαστος για τα σχετικά με τον γάμο. Έτσι η Κλυταιμνήστρα κι η Ιφιγένεια πληροφορούνται για την αληθινή αιτία του ερχομού τους στην Αυλίδα. Η τραγική μητέρα καταφέρνει να αποσπάσει από τον ήρωα την υπόσχεση ότι θα φροντίσει με όλες του τις δυνάμεις για την αποτροπή της θυσίας. Οι παρακλήσεις της Κλυταιμνήστρας και της κόρης της στον Αγαμέμνονα να μεταπειστεί και να λυπηθεί την Ιφιγένεια αποδεικνύονται μάταιες. Ο Αχιλλέας αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή του, για να σώσει την κοπέλα. Η Ιφιγένεια όμως αρνείται τη θυσία του ήρωα και οικειοθελώς προσφέρεται να δώσει τη ζωή της για το κοινό καλό. Στο τέλος του έργου ένας αγγελιαφόρος έρχεται να ανακοινώσει στην Κλυταιμνήστρα το θαύμα: η Άρτεμη, την ώρα της θυσίας, έβαλε στη θέση της Ιφιγένειας μια ελαφίνα και πήρε την κόρη στον ουρανό. Η τραγωδία κλείνει με την αναγγελία ευνοϊκού ανέμου και τις προετοιμασίες του στόλου να ξεκινήσει για την Τροία.

9.2.08

Mαντώ Μαυρογένη (μέρος γ')

Μέρος β'

Το 1825 η ηρωίδα απολαμβάνει τεράστια φήμη στην Ευρώπη, εξυμνούμενη σε νουβέλες φιλελλήνων συγγραφέων, αλλά και την απόλυτη περιφρόνηση και αδιαφορία στην πατρίδα της. Εν μέσω γενικής πολιτικής θύελλας, από αναφορές εκείνων των ημερών φαίνεται πως η αστυνομία επιθυμούσε ακόμη και την απομάκρυνση της Μαντώς από το Ναύπλιο! Σε πλήρη ένδεια, μετέβη στην Τριπολιτσά και πάλι, όπου έμεινε μαζί με τον αδερφό της. Εν όψει της λαίλαπας ονόματι Ιμπραήμ, που άρχισε να σαρώνει την Πελοπόννησο, η Μαντώ μετέβη πάλι στο Ναύπλιο και ενήργησε έντονα με σκοπό να συλλέξει παλιά χρέη και να εξοπλίσει εκστρατεία στο Νεόκαστρο που μόλις είχε αλώσει ο Ιμπραήμ. Έγραψε σχετικά: «η Σεβαστή Διοίκησις ας με επιτάξη να εκστρατεύσω όπου και με όσους στρατιώτας νομίση αρκετούς και είμαι πρόθυμος να δεχθώ την στρατοπεδείαν και της πλέον επικινδύνου θέσεως, ως προς παραδειγματισμόν των επιλοίπων, δια δε ανακούφισιν των εξόδων, τα οποία μέλλουν να εξοδευθούν εις την εκστρατείαν μου, προσφέρω ομολογίας τριάκοντα χιλιάδων γροσίων. Σας παρακαλώ να είναι αποδεκτή η προσφορά και η επιθυμία μου». Τα χρήματα φυσικά δεν συλλέχτηκαν, ωστόσο τίποτα δεν μπορούσε να κάμψει το φρόνημα της Μαντώς, που κατάφερε τελικά με πάρα πολλές θυσίες να εκστρατεύσει με 50 άνδρες. Τέτοιες καρδιές τι άλλο αξίζουν αν όχι αμέριστο θαυμασμό…

Ωστόσο η επέλαση του Ιμπραήμ συνεχίστηκε, λεηλατήθηκε η Τριπολιτσά και εκεί χάθηκε ό,τι είχε καταφέρει με χίλιους κόπους να εξοικονομήσει η Μαντώ, από ένα ενέχυρο που είχε από παλιά αφήσει στην μητέρα της. Μην έχοντας κανέναν άλλον πόρο, και με το νου συνεχώς στον Αγώνα, η Μαντώ διοργάνωσε έρανο στο Ναύπλιο με σκοπό την ενίσχυση του υπό πολιορκία Μεσολογγίου. Στερήθηκε τριών ημερών τροφή για να δώσει το μερίδιό της και αυτό προέτρεπε να κάνουν και οι υπόλοιποι! Βρισκόταν πλέον σε πλήρη οικονομική εξαθλίωση, άστεγη (οι ιδιοκτήτες των σπιτιών είχαν αυξήσει δραματικά τα ενοίκια λόγω της μεγάλης ζήτησης που δημιούργησε η αθρόα προσέλευση των κατατρεγμένων από τις πόλεις που είχε λεηλατήσει ο Ιμπραήμ – χωρίς σχόλια αυτή η επισήμανση), και χωρίς να της παρέχεται ούτε το ημερήσιο συσσίτιο, οι παλιές της υποθέσεις δεν έβρισκαν δικαίωση, και σε αυτήν ακριβώς την φάση την εγκατέλειψε και ο Υψηλάντης, «χωρίς λόγον, με την πλέον σκληράν περιφρόνησιν»… Και όμως, διέτρεχε καθημερινά το στρατόπεδο του Άργους, όπου συμμετείχε στις συζητήσεις και τις πολεμικές αποφάσεις του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών…

Το 1826 η Μαντώ προσπάθησε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους εξαθλιωμένους Μεσολογγίτες που κατέφυγαν στο Ναύπλιο μετά την Έξοδο, παρότι και η ίδια μαστιζόταν από την ανέχεια και τη φτώχεια. Προς το τέλος του χρόνου αυτού, άνθρωποι του Υψηλάντη την απήγαγαν και την μετέφεραν στην Πάρο – απειλώντας την μάλιστα να μην επιστρέψει στο Ναύπλιο - με στόχο να διαλυθεί οριστικά ο αρραβώνας με τον Υψηλάντη. Η ενέργεια αυτή πιθανότατα έγινε εν αγνοία του, ωστόσο ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ έκτοτε να επανασυνδεθεί μαζί της. Η κίνηση αυτή είναι πάντως ενδεικτική του τρόπου που αντιμετώπιζε η κοινωνία μια γυναίκα που ζούσε έξω από τα καθιερωμένα στερεότυπα της εποχής της – επέσυρε το μίσος μα και τον φόβο όσον αφορά στην επιρροή που μπορούσε να ασκήσει. Στην Συνέλευση της Τροιζήνας, το 1827, η Μαντώ ήταν η μοναδική γυναικεία παρουσία, και ανέγνωσε δύο αναφορές της, μία που απαριθμούσε τις θυσίες της προς το γένος και μία κατά της άδικης συμπεριφοράς του Υψηλάντη. Μετακόμισε εν συνεχεία στον Πόρο, προσπάθησε και κατάφερε με πολύ κόπο να ξαναβρεί το σπαθί που της είχαν κλέψει στο πλιάτσικο (ήταν το μοναδικό αντικείμενο από όλη την προίκα της το οποίο γύρευε με τόση επιμονή και υπομονή…) και ζητούσε εκ νέου δικαίωση για τα παλιά χρέη. Της δόθηκε κάποια ελάχιστη βοήθεια από την «Φιλελληνική επιτροπή των συνεισφορών», μόλις 30 γρόσια. Έγραψε εκείνες τις μέρες η Μαντώ: «δια την αγάπην της πατρίδος υστερούμαι τον επιούσιον άρτον», ενώ είχε ήδη μεταβεί στην Αίγινα.

Τον Ιανουάριο του 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Καποδίστριας και η Μαντώ, υποβάλλοντάς του τα σέβη της, του δώρισε το πολύτιμο αυτό κειμήλιο, το σπαθί του Μεγάλου Κων/νου (αργότερα ο Καποδίστριας το δώρισε στον Μαιζών). Εναπόθεσε σε αυτόν όλες τις ελπίδες τις για δικαίωση στις διάφορες υποθέσεις της, ωστόσο εκείνος αδιαφόρησε πλήρως, και απέφευγε συστηματικά να την δεχτεί. Ήταν πλήρως εξαθλιωμένη και ζούσε από την ελεημοσύνη, κυριολεκτικά, της Κυβέρνησης. Συμμετείχε στην Συνέλευση του Άργους το 1829 (και πάλι ήταν η μοναδική γυναικεία παρουσία), όπου, κουρασμένη πλέον, ζητούσε «ό,τι η Εθνική Συνέλευσις εγκρίνει εύλογον δια μίαν πατριώτισσα ήτις εθυσίασεν όλην της την προίκαν εις τας ανάγκας της πατρίδος, όπου από πρώτην στιγμήν του ιερού αγώνος δεν έπαυσεν εις το να συνεισφέρει βοήθειαν το κατά δύναμην εις κάθε ανάγκην της».

Το 1830 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, σε σπίτι που της παραχωρήθηκε τιμής ένεκεν, και το οποίο ήταν κυριολεκτικά ερείπιο. Ο Ιταλός γιατρός Τζεκίνι περιγράφει το περιβάλλον όπου ζούσε πλέον η Μαντώ ως εξής: "όποτε πήγαινα να την επισκεφθώ στο ερειπωμένο σπίτι της στο Ναύπλιο, κινδύνευα πάντοτε να πέσω, ανεβαίνοντας την σκοτεινή ταλαντευόμενη σκάλα, της οποίας τα σπασμένα και άνισα σκαλοπάτια, ομολογώ ειλικρινά, με εμπόδισαν να συνεχίσω τις επισκέψεις μου. Υπέφερα να βλέπω όλα εκείνα που την περιέβαλλαν σε μια κατάσταση άθλιας ερείπωσης, χωρίς να μπορώ να δώσω μια βοήθεια, μια που αναμφίβολα η ίδια δεν θα το επέτρεπε. Αρκεί να πω ότι το δωμάτιο βρισκόταν σε αρμονία με τη σκάλα (σ.σ. εννοεί σε άθλια κατάσταση) και ότι τα ρούχα και τα έπιπλα βρίσκονταν επίσης σε αρμονία με την κάμαρα και τη σκάλα.[...]

Η Μαντώ αγάπησε κι αυτή. Κι αγάπησε έναν ξακουστό αρχηγό. Έναν από τους ενδοξότερους άντρες της Ελλάδας. Ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο μόνος που αγάπησε σε όλη τη ζωή της. Η αγάπη της δεν άλλαξε ποτέ. Ακόμη κι όταν κάθε ελπίδα να γίνει σύζυγός του είχε χαθεί, μετά από ένα συμβάν που μου εκμυστηρεύτηκε η ίδια, με δάκρυα στα μάτια, και το οποίο καθιστούσε αδύνατο αυτόν τον γάμο, που τον ποθούσε εδώ και τόσα χρόνια από τα βάθη της καρδιάς της…[…] Θα πρέπει να ήταν τότε περίπου 30 ετών. Η ομορφιά της είχε ήδη θαμπώσει, όμως η χάρη της, οι ευγενικοί τρόποι, το πνεύμα της, την έκαναν ακόμη τόσο όμορφη, όσο ήταν μέσα σε όλη της την δόξα. Η ένδοξη κόρη της Μυκόνου διακρινόταν για την μετριοφροσύνη της. Μια αρετή που άστραφτε μες στην ψυχή της. Είχε μια τέτοια αυταπάρνηση, που δεν υπήρχε όμοιά της…».


Εξαθλιωμένη, χωρίς κανέναν πόρο, νοικιάζει μία κάμαρα του ερειπωμένου σπιτιού της για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ενώ μετά την δολοφονία του Καποδίστρια της χορηγείτο κι ένα ελάχιστο μηνιαίο βοήθημα. Τα χρόνια κυλούν, η Μαντώ ζει μόνη, εξαθλιωμένη από τη φτώχεια, λησμονημένη από όλους, ακόμη και από τους στενούς συγγενείς της. Ζήτησε από τον Όθωνα να της αποδοθεί στρατιωτικός βαθμός, χωρίς όμως να πάρει απάντηση. Πέθανε στην Παροικιά της Πάρου τον Ιούλιο του 1840. Ετάφη με την στολή του αντιστρατήγου, ενώ ως την τελευταία της κατοικία, πέρα από κάποιους συγγενείς και ντόπιους του νησιού, την συνόδεψε και ο Κοσμάς Τράντας, πρωτοπαλλήκαρό της στον πόλεμο, ψαράς, με τις γάμπες γυμνές και ζωγραφισμένες τατουάζ με τουρκικά κεφάλια. Ο τάφος της δεν υπάρχει πλέον.

Αποσπάσματα από την περίφημη επιστολή της Μαντώς προς τις κυρίες του Παρισιού (1825):

[…] Η αγάπη για την πατρίδα μου, η αφοσίωση στην θρησκεία μου, η δίψα για δίκαια εκδίκηση, έχουν ξεσηκώσει την ψυχή μου και μου ‘χουν δώσει το πάθος για τις μάχες. Ποθώ μια μέρα μάχης όπως εσείς λαχταράτε την ώρα ενός χορού. Γενικά, δεν διαφέρουμε μεταξύ μας μόνο στις έμφυτες χάρες που μας δώρισε ο Θεός, αλλά διαφέρουμε ακόμα και στον τρόπο που τις χρησιμοποιούμε. Εσείς τις χρησιμοποιείτε ενάντια στον προορισμό σας και ανήκετε στην κοινωνία των παθητικών ατόμων. Πιο ευτυχισμένη από εσάς, εγώ τις χρησιμοποιώ όπου είναι αναγκαίο και δίκαιο, κι αυτές μου ανταποδίδουν δόξα, υποταγές, απεριόριστες χάρες. […] Εσείς δεν βλέπετε τους άντρες παρά μόνο σαν θαυμαστές της ομορφιάς σας. Εγώ δεν τους βλέπω παρά σαν στηρίγματα της πατρίδας μου. Εσείς τους αλυσοδένετε στο άρμα σας να τους θαμπώνετε με τη λάμψη σας. Εγώ τους δένω στο άρμα μου να τους κάνω να πετάξουν προς την δόξα. Οι θαυμαστές μου λογίζονται λεύτεροι άνθρωποι, ενώ οι δικοί σας παραμένουν σκλάβοι. […] Οι απαιτήσεις σας είναι καπρίτσια και οι επιθυμίες σας φαντασιώσεις. Ο πατριωτισμός είναι στενόχωρο αίσθημα για την καρδιά σας. Το όνομά του και μόνο σας φέρνει πονοκέφαλο και απαλλάσσεστε από τις ορμές του με υστερισμούς. […] Είστε θελκτικές, το πνεύμα σας είναι πλούσιο, τα ταλέντα σας αρέσουν, πολυάριθμοι θαυμαστές σας πολιορκούν, η ματαιοδοξία σας είναι ικανοποιημένη. Περιφρονείστε τους κενόδοξους νέους, τους γυναικοθήρες, οι οποίοι σέρνουν πίσω τους μια αισχρή ζωή, από χιλιάδες ελεεινές απολαύσεις. Περιφρονείστε τους επιφανείς, ουτιδανούς ανθρώπους, από τους οποίους η πόλη σας είναι πλημμυρισμένη. Αφήστε τους να κορδώνονται μέσα στην γελοία μηδαμινότητά τους, παρά να τους αφήνετε, αν η καρδιά τους στενάζει για σας πολύ, να σπείρουν στη φωτιά της αγάπης το πάθος της εθνικής τιμής. Διατάξτε όλους εκείνους που καίγονται από τα λιβανωτά επάνω στο βωμό σας, να πάνε και να αφιερώσουν τις φροντίδες τους στις δημόσιες έριδες. Πέστε τους, ότι τις εκδηλώσεις σεβασμού, τις τόσο ευχάριστες για σας, μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν στην γενναιόδωρη θυσία για την πατρίδα σας… Μην παραχωρείτε τίποτα, μη ζητάτε τίποτα, που δεν αποφέρει κανένα κέρδος προς την πατρίδα. […]

"Μια απλή κοπέλα, που μεγάλωσε πάνω σ' ένα βράχο, έζησε μέσα στη θλίψη και σφύζει από πατριωτισμό, ζητά ν' ακουστεί από ένα πλήθος κυριών που είναι βυθισμένες στις απολαύσεις, έχουν στη διάθεσή τους όλα τα θαύματα του ανθρωπίνου πνεύματος, ζουν μέσα στη χλιδή, διασκεδάζουν με τις τέχνες και έχουν συνηθίσει στους ευγενείς τρόπους. Με όλες αυτές τις αντιθέσεις μεταξύ των συνηθειών μας μπορεί άραγε να υπάρξει κάποια ομοιότητα στη γλώσσα μας, και μήπως θα γελοιοποιηθώ αν μιλήσω για την επανάσταση της ηρωικής πατρίδος μου σε γυναίκες που γνωρίζουν μόνο τις επαναστάσεις της μόδας;"

8.2.08

Η ελπίδα είναι γυναίκα

7.2.08

Μαντώ Μαυρογένη (μέρος β')

Μέρος α'

Καταγόταν από την ιδιαιτέρως εύπορη οικογένεια των Μαυρογένη που είχε αναδείξει πολλούς ανώτατους αξιωματούχους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε πιθανώς το 1797 στην Τεργέστη, όπου δραστηριοποιείτο επαγγελματικά ο έμπορος πατέρας της. Σύντομα η οικογένεια μετέβη στην Πάρο, όπου η Μαντώ έλαβε σπουδαία μόρφωση. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, ίσως γύρω στο 1818, η οικογένεια μετακόμισε στην Τήνο, ενώ στις αρχές του 1821 επέστρεψε στην πατρογονική εστία της οικογένειας, την Μύκονο.

Ξεσπώντας η Επανάσταση, η Μαντώ εξόπλισε πλήρως 150 στρατιώτες για να εκστρατεύσουν στην Πελοπόννησο, έστειλε άνδρες και οικονομική βοήθεια στην Σάμο όταν αυτή απειλήθηκε από τους Τούρκους, εξόπλισε και δεύτερο σώμα 50 ατόμων που μετέβησαν στην Πελοπόννησο και συμμετείχαν στην άλωση της Τριπολιτσάς (περιθάλποντας πλήρως τόσο τις οικογένειες των στρατευμένων όσο και τους ασθενείς που προέκυψαν από τις κακουχίες), ενώ έχασε πολλά χρήματα εξαιτίας ατυχιών που αντιμετώπισαν αυτές οι αποστολές αλλά και της λιποταξίας κάποιων εκ των στρατιωτών που είχε πληρώσει για τις εκστρατείες. Διέθεσε πολλά χρήματα στον Κασομούλη για την προπαρασκευή εκστρατείας στην Βόρεια Ελλάδα και ενίσχυε οικονομικά πολλούς φιλέλληνες αγωνιστές, καθώς εκτιμούσε την αυταπάρνησή τους και την στήριξή τους στους δοκιμαζόμενους Έλληνες.

Το 1822 χρηματοδότησε την πολιορκία της Καρύστου και μια εκστρατεία για να προστρέξει τους Χιώτες, δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε την ολοκληρωτική καταστροφή του νησιού. Επίσης, εξόπλισε 50 άνδρες που εστάλησαν προς ενίσχυση του σώματος του Νικηταρά στη μεγάλη μάχη στα Δερβενάκια. Άμα τη εμφανίσει του τουρκικού στόλου στις Κυκλάδες μετέβη στην Τήνο όπου έβαλε ενέχυρο με εξευτελιστικούς όρους πολλά κοσμήματά της για να εξοπλίσει πλήρως 200 άνδρες που αντιμετώπισαν γενναία τους Τούρκους με ορμητήριο την Μύκονο. Η Μαντώ αργότερα έγραψε χαρακτηριστικά: «Η πατρίδα μου, όταν επαπιλούσε ο εχθρικός στόλος τον όλεθρόν της, εις εμέ γνωρίζει την ύπαρξίν της».

Το 1823 μετακόμισε στο Ναύπλιο, για να βρίσκεται στην καρδιά της εξέγερσης. Μετέφερε και ολόκληρη την προίκα της, εν είδει χρημάτων, μέρος της οποίας αποτελούσε και ένα σπαθί του Μεγάλου Κωνσταντίνου τεράστιας αξίας, κειμήλιο του πατέρα της. Εκείνη την εποχή γνώρισε και τον Δημήτρη Υψηλάντη με τον οποίον συνδέθηκε, αλλά και πολλούς φιλέλληνες, τους οποίους συγκλόνισε με την παροιμιώδη ομορφιά της αλλά και την γενναιότητα της ψυχής της και την αγνότητα του πατριωτισμού της – αποτέλεσμα των εγκωμίων που έγραψαν για αυτήν ήταν να εξαπλωθεί η φήμη της ηρωίδας στην Ευρώπη. Παράλληλα, έκανε μάταιες προσπάθειες να της πληρωθούν οι οφειλές των χρεωστών της σε Μύκονο και Άνδρο, με σκοπό να χρηματοδοτήσει νέες εκστρατείες. Τον Μάιο είχε την μεγάλη ατυχία να καεί η οικία της, και να κλαπεί στο πλιάτσικο από άνδρες της αστυνομίας όλη η προίκα της. Η ενέργεια αυτή έμεινε ατιμώρητη, με μόνο κόστος τον αφορισμό των κλεφτών από την Εκκλησία. Μην έχοντας πού να μείνει η Μαντώ, μετέβη στην Τριπολιτσά, όπου διέμενε τότε ο σύντροφός της, Υψηλάντης, ενώ παράλληλα ζητούσε επανειλημμένα από τις αρχές του κράτους (εν μέσω μάλιστα του πρώτου εμφυλίου…) να μεριμνήσουν για την εύρεση των κλοπιμαίων και για την αποπληρωμή των χρεών που της οφείλονταν σε Μύκονο, Άνδρο, Τήνο και Πάρο. Οι υποθέσεις της αυτές δεν είχαν καμμία τύχη, παρότι την Μαντώ στήριζε απεριόριστα ο Παπαφλέσσας (ήταν τότε και υπουργός Εσωτερικών), ο οποίος και φρόντισε να της χορηγείται καθημερινά τροφή, ώστε να εξασφαλίσει το ζην.


Το 1824 η Μαντώ επέστρεψε στην Τριπολιτσά, έπειτα από σύντομη παραμονή στο Ναύπλιο, και προσπάθησε να συμβιβάσει τις πλευρές στον εμφύλιο, ασκώντας όση επιρροή μπορούσε. Μαστιζόταν από πείνα και δυστυχία, ενώ και οι υποθέσεις με την αποπληρωμή των παλαιών χρεών δεν είχαν καμμία εξέλιξη. Σε μία από τις αναφορές που συνέταξε ζητώντας δικαίωση, ανέφερε μεταξύ άλλων πως οι έως τότε υπηρεσίες της υπερέβαιναν σε κόστος τα 25 χιλ. γρόσια, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή. Μετά την καταστροφή των Ψαρών, επέστρεψε στο Ναύπλιο, όπου αντιμετώπισε πρόβλημα στέγης καθώς το σπίτι που έμενε παλιά και το οποίο είχε καεί, το είχε οικειοποιηθεί κάποιος άλλος. Έμεινε πολλές μέρες άστεγη, ενώ και στο προσωρινό κατάλυμα που βρήκε (ένα δωμάτιο, μέρος άλλου σπιτιού) αντιμετώπιζε καθημερινά τις απειλές για έξωση. Ο Παπαφλέσσας ενήργησε για την συλλογή των χρημάτων των οφειλομένων στην Μαντώ από τους χρεώστες της, ωστόσο οι τελευταίοι (άπαντες) αρνήθηκαν να πληρώσουν και το υπουργείο αρκέστηκε στο να της παραχωρήσει ομολογίες 25 χιλ. γροσίων ως ανταμοιβή για την προσφορά της στην πατρίδα. Το φθινόπωρο σταμάτησαν να της παρέχουν και το καθημερινό συσσίτιο, και ο χειμώνας την βρήκε σε άθλια κατάσταση, σχεδόν άστεγη, χωρίς ούτε ένα γρόσι, με τις ομολογίες να είναι αδύνατον να εξαργυρωθούν σε μετρητά σε οποιαδήποτε τιμή (αργότερα εξαργύρωσε ένα πολύ μικρό μέρος τους και αυτό μόλις στο 18% της αξίας τους!), και με την απειλή μιας τρομερής επιδημίας που θέριζε τότε το Ναύπλιο – μάλιστα, παρ’όλη την εξαθλίωσή της, η Μαντώ δεν έπαψε στιγμή να μεριμνά και να περιθάλπει τους οικείους της ασθενείς.


Μέρος γ'

6.2.08

Η Οδηγός

Το πρότυπο του Ελληνισμού, ο πολεμιστής-φιλόσοφος, εκφράστηκε με γυναικεία θεότητα. Την αγαπημένη και πολιούχο τόσο της Αθήνας όσο και της Σπάρτης. Θεά της Σοφίας και του Πολέμου, υπενθυμίζει διαχρονικά ότι έρχονται ώρες που πρέπει ν' αφήνουμε την πένα και να πιάνουμε το ξίφος.

5.2.08

Μαντώ Μαυρογένη (μέρος α')

Στις μέρες μας, σε πολλών τα αυτιά ίσως ακούγονται λιγάκι γραφικά τα αφιερώματα σε μορφές του ’21. Ενώ το ενδιαφέρον για την αρχαία ιστορία ή τα γεγονότα του 20ου αιώνα μοιάζει να αναζωπυρώνεται, τουλάχιστον όσον αφορά σε ανθρώπους με κάποια ποιότητα, που δεν σαρώνονται από τα lifestyle σκουπίδια που μας κατακλύζουν, εντούτοις ηρωικές παρουσίες όπως λόγου χάρη η Μαντώ εξακολουθούν να μένουν στην σκιά. Κι όμως, τα ιστορικά πρόσωπα της Επανάστασης δεν αποτελούν κάποιου είδους φετίχ, κατάλληλο μόνο για αρνησίκοσμους ιστοριοδίφες – υπάρχουν σε αυτά τα πρόσωπα στοιχεία άξια σεβασμού αλλά, κυρίως, άξια παραδειγματισμού. Και καθότι πρόκειται για σχετικά πρόσφατη περίοδο ιστορική, είναι χρήσιμο να μελετά κανείς την ζωή κάποιων προσώπων, τον τρόπο σκέψης τους και τα κίνητρα πίσω από τις επιλογές τους. Είναι πολύ πιο κοντινά σε μας από ό,τι νομίζουμε.


Επέλεξα να σας παρουσιάσω κάποια στοιχεία για την Μαντώ συγκεκριμένα, επειδή ξεφεύγει από το αρχέτυπο του πολεμιστή με την στενή έννοια, εκείνου δηλαδή του οποίου η δράση περιορίζεται στα πεδία των μαχών – για τους περισσότερους καλώς ή κακώς αυτό το αρχέτυπο παραμένει μεν άξιο θαυμασμού αλλά απρόσιτο στις μέρες μας, λόγω κυρίως των δεδομένων αντικειμενικών συνθηκών. Η Μαντώ όμως, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια σημερινή γυναίκα – και θα μπορούσε κάλλιστα κάθε γυναίκα σημερινή να εμπνέεται και να καθοδηγείται στον τρόπο που διάγει τη ζωή της από την Μαντώ. Ακούγεται υπερβολικό, όμως δεν είναι διόλου.

Η Μαντώ Μαυρογένη, όπως η ίδια υπέγραφε το επώνυμό της, καταγόταν από την Μύκονο, ήταν γόνος μίας εκ των πλέον εύπορων και αξιοσέβαστων στο οθωμανικό κράτος ελληνικών οικογενειών, ανατράφηκε με σπουδαία παιδεία και με παροιμιώδη οικονομική άνεση, ήταν πανέμορφη - με το κάλλος της να θεωρείται θρυλικό. Κι όμως, όταν ο αγώνας ξεκίνησε για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, χωρίς καν να χτυπήσει την πόρτα του δικού της νησιού αμέσως, αισθάνθηκε χρέος να συμμετάσχει με όποιον τρόπο μπορούσε. Παρότι μόλις 24 χρόνων, παρότι γυναίκα, προτίμησε να ξοδέψει μεγάλο μέρος της περιουσίας της προκειμένου να εξοπλίσει πλήρως εκστρατείες και στρατεύσιμους άνδρες που συμμετείχαν σε όλες τις μεγάλες πολιορκίες, φροντίζοντας παράλληλα οικονομικά τις οικογένειες των στρατιωτών. Δεν πτοήθηκε από τις ατυχίες, που δυστυχώς υπήρξαν αρκετές στην ζωή της, εγκατέλειψε το σπίτι της (και σε μεγάλο βαθμό την οικογένειά της, καθότι με τις επιλογές της έπεσε σε δυσμένεια και περιφρονήθηκε ακόμη και από την ίδια της την μητέρα) για να κατοικήσει στην Πελοπόννησο, επειδή ήταν η καρδιά του αγώνα, και να συμμετάσχει εμπράκτως στις μάχες. Ληστεύθηκε (από Έλληνες…) με αποτέλεσμα να χάσει κυριολεκτικά το σύνολο της διαθέσιμης περιουσίας της, αναγκαζόταν να ζητιανεύει ακόμη και την καθημερινή της τροφή, κατοικούσε σε ετοιμόρροπα σπίτια με κίνδυνο της ζωής της, από τα οποία συχνά μάλιστα της έκαναν έξωση επειδή δεν είχε να πληρώσει το νοίκι, οι χρεώστες της αρνούνταν να της επιστρέψουν τα παλαιά οφειλόμενα (τα οποία και ζητούσε μονάχα με σκοπό να τα διαθέσει εκ νέου σε εκστρατείες της ίδιας και των στρατιωτών που θα εξόπλιζε), δοκίμασε μεγάλο συναισθηματικό πόνο από την συμπεριφορά του Υψηλάντη, τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί για να την εγκαταλείψει αργότερα χωρίς αιτία, γνώρισε την ολοκληρωτική περιφρόνηση που σε κάποιες περιπτώσεις έφτασε τα όρια της λοιδορίας, λησμονήθηκε από όλους, φίλους και κράτος, κι όμως, η καρδιά της και ο νους της φλογίζονταν μόνο από τον πόθο της ελευθερίας της πατρίδας της. Υπερήφανη ως το τέλος, υπόμεινε όλα τα δεινά χωρίς να μετανιώσει ποτέ.

Η Μαντώ κινήθηκε σε όλη της την ζωή έξω από κάθε στερεότυπο, ήταν πολύ πιο σύγχρονη από τις περισσότερες «σύγχρονες» κοπέλες του καιρού μας – αν σήμερα ο στόχος μιας μέσης Ελληνίδας είναι ένας καλός γάμος (με το «καλός» να έχει συνήθως την έννοια της κοινωνικής και οικονομικής καταξίωσης του ετέρου ημίσεως), τι μπορεί να πει κανείς για μια κοπέλα που θυσίασε κυριολεκτικά τα πάντα (υγεία, πλούτη, οικογενειακή εστία, κοινωνική καταξίωση, συναισθήματα, σωματικές δυνάμεις) μόνο και μόνο για να μπορέσει να δει την πατρίδα της ελεύθερη; Τι μπορεί να πει για μια γυναίκα που μόνο κριτήριο για τον άνδρα όπου θα έδινε το χέρι της είχε την ανδρεία, την αριστεία στον πόλεμο, το ψυχικό σθένος και το να «είναι ελεύθερος»;


Μαντώ Μαυρογένους,
επ'ελευθερίαν κληθείσαν
Μύκονον κτήσαν
νήσου αεί πρόμαχος


Μέρος β'

2.2.08

H μόδα του χειμώνα...


Συγχαρητήρια στους συναγωνιστές του Μετώπου Νεολαίας!

1.2.08

IMIA 2008: Μια επικίνδυνη εκδήλωση...

Ζούμε αναμφίβολα στην εποχή των παραδόξων και της υποκρισίας. Για αύριο το μεσημέρι έχει προκηρυχθεί «αντιφασιστική συγκέντρωση», με στόχο την ματαίωση της μεγάλης εθνικιστικής εκδήλωσης για τα Ίμια.


Εξυπακούεται, βέβαια, πως την περασμένη Κυριακή, όπου στο κέντρο της Αθήνας έλαβε χώρα μια άλλη εθνικιστική πορεία, συγκεκριμένα μια πορεία υπέρ του αλβανικού εθνικισμού (στην οποία το αίτημα ήταν η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου), όλοι οι φορείς που βγάζουν τώρα πύρινες αντιεθνικιστικές ανακοινώσεις, έλαμψαν δια της σιωπής και της απουσίας τους. Ο εθνικισμός είναι κάτι το πολύ κακό μόνο όταν μιλάμε για Έλληνες εθνικιστές, προφανώς. Όπως ακριβώς είναι και ο «φασισμός» - θα αφήσω κατά μέρος το αυθαίρετο της έννοιας που δίνουν στην ίδια την λέξη, και θα επικεντρωθώ στην επιλεκτική τους ευαισθησία.

Είναι γνωστό πως στους χώρους τους ιδεολογικούς όπου ανήκουν και οι εν λόγω διαμαρτυρόμενες οργανώσεις εμφιλοχωρούν στοιχεία με έμπρακτη «αντιεξουσιαστική» δράση, με την τελευταία συχνά να εξαντλείται σε απόπειρα ή πρόκληση σωματικών βλαβών σε πολίτες που είναι ή θα μπορούσαν στα μάτια τους να είναι εθνικιστές. Ενέργειες που στο σύνολό τους όχι μόνο δεν έχουν καταδικαστεί από τις προκείμενες «δημοκρατικές» δυνάμεις, απεναντίας έχουν συχνά επιδοκιμαστεί. Δεν είναι σίγουρα της παρούσης μια ανάλυση σχετικά με την βία, την μεμονωμένη ή συλλογική βίαιη κοινωνική δράση συγκεκριμένα, είναι ένα ζήτημα τεράστιο και επιδεχόμενο πολλών παρεξηγήσεων – είναι όμως οπωσδήποτε της παρούσης η θλιβερή διαπίστωση πως οι αντιεξουσιαστικές ομάδες ζητούν να επιβάλλουν ουσιαστικά (και φασιστικά…) την δική τους αντίληψη περί κοινωνικής πάλης: χτυπάμε όποιον θέλουμε επειδή απολαμβάνουμε κρατικής ανοχής, και συνάμα ζητάμε να απαγορεύεται κάθε εκδήλωση όλων όσοι διαφωνούν κάθετα μαζί μας και τους οποίους εμείς θεωρούμε κίνδυνο για την κοινωνία (σ.σ. δηλαδή για το ίδιο το σύστημα το οποίο υποτίθεται ότι πολεμούν…), προσχηματικά αποδίδοντάς τους χωρίς αποδείξεις πολλές ενέργειες που γενικά θεωρούνται κατακριτέες, εκτός αν προέρχονται από δικά μας χέρια.

Όταν η υποκρισία ξεχειλίζει και όταν η μονομέρεια γίνεται φανατισμός, τα ελατήρια που κινούν τις αποφάσεις υποβόσκουν, πλην όμως παραμένουν ορατά. Μια μαζική εθνικιστική εκδήλωση, στην οποία χιλιάδες συνειδητοποιημένοι πολίτες διαμαρτύρονται για όλη την παρακμή που διέπει απ’ άκρου εις άκρο την κοινωνική ζωή του τόπου, δίνουν ένα ηχηρό μήνυμα ότι δεν περνούν στην λήθη οι τραγικοί κυβερνητικοί χειρισμοί εθνικών και κοινωνικών υποθέσεων, και συνάμα δίνουν μια μεγάλη υπόσχεση πως θα είναι πάντα εκεί, παρόντες σε κάθε νέο αγώνα που γεννά η ανικανότητα και η δουλική υποταγή των εκάστοτε κυβερνητικών πιονιών σε ξένα και εγχώρια κέντρα οικονομικής εξουσίας, αποτελεί πραγματικά κίνδυνο για το σύστημα. Πρέπει κανείς να εθελοτυφλεί για να μην μπορεί να διαπιστώσει τους δύο πόλους στους οποίους στηρίζεται ο νεοταξικός επεκτατισμός – οικονομική εξαθλίωση των πολιτών και ομογενοποίηση των λαών (είτε «ειρηνικά» με την εξάπλωση της λαθρομετανάστευσης την οποία οι ίδιοι δημιουργούν, είτε βίαια, με την αναχάραξη των συνόρων σε περιοχές κρίσιμες – στην δεύτερη περίπτωση είναι αναγκαίο να εξαίρονται και τα τοπικά εθνικιστικά αντανακλαστικά των «μικρών» κρατών-λαών, ώστε να μπορέσουν εκείνοι στην συνέχεια να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος στον επικείμενο αναβρασμό εις βάρος λαών με παραδοσιακά μεγάλη συνοχή), ώστε να προκύψει ένας χυλός άμορφος, πανομοιότυπων και ανερμάτιστων εξαρτημένων καταναλωτών. Όσοι είτε φανερά (νεοφιλελεύθεροι) είτε εν είδει δουρείου ίππου (αριστερά τύπου ΣΥΡΙΖΑ και λοιπών συναφών ομάδων) στρώνουν το χαλί για την επέλαση της παγκοσμιοποίησης, είναι πασίδηλο ότι νιώθουν σαν εχθρό, σαν τον πλέον επικίνδυνο εχθρό, την δράση ενός κινήματος που ιδεολογικά κινείται στην ακριβώς αντίθετη βάση – αυτήν του σεβασμού της διαφορετικότητας των φυλών και των λαών, και συνάμα της λαϊκής κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης. Και είναι πασίδηλο ότι αυτόν τον εχθρό πολεμούν, όχι το ίδιο το σύστημα που τους τρέφει και του οποίου εν τέλει αποτελούν τα μαντρόσκυλα.

Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που θα επιχειρηθεί αύριο η ματαίωση μιας εκδήλωσης μνήμης, απόδοσης τιμής, αλλά και υπόσχεσης για αγώνα. Για αγώνα στο σήμερα και στο αύριο. Οι πολίτες που αδιαφορούν για τα κοινά και νοιάζονται μόνο να συνεχίσουν πιο ανώδυνα την φιλήσυχη, ασυννέφιαστη και μίζερη ζωή τους, ας μείνουν στους καναπέδες τους ή ας κατακλύσουν τις καφετέριες. Είναι έτσι κι αλλιώς άχρηστοι ως πολίτες. Είναι, όμως, χρέος όλων όσοι μέσα τους επαναστατούν για την σαθρότητα του πολιτικοκοινωνικού περιβάλλοντός μας, να μετουσιώσουν την αγανάκτηση σε δράση. Είναι χρέος όλων να δώσουν αύριο το ισχυρό «παρών».


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΡΑ
Εθνικίστριες και Υπερήφανες!
Για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια Ελεύθερη Ευρώπη.

  © Blogger templates 'Neuronic' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP