9.2.08

Mαντώ Μαυρογένη (μέρος γ')

Μέρος β'

Το 1825 η ηρωίδα απολαμβάνει τεράστια φήμη στην Ευρώπη, εξυμνούμενη σε νουβέλες φιλελλήνων συγγραφέων, αλλά και την απόλυτη περιφρόνηση και αδιαφορία στην πατρίδα της. Εν μέσω γενικής πολιτικής θύελλας, από αναφορές εκείνων των ημερών φαίνεται πως η αστυνομία επιθυμούσε ακόμη και την απομάκρυνση της Μαντώς από το Ναύπλιο! Σε πλήρη ένδεια, μετέβη στην Τριπολιτσά και πάλι, όπου έμεινε μαζί με τον αδερφό της. Εν όψει της λαίλαπας ονόματι Ιμπραήμ, που άρχισε να σαρώνει την Πελοπόννησο, η Μαντώ μετέβη πάλι στο Ναύπλιο και ενήργησε έντονα με σκοπό να συλλέξει παλιά χρέη και να εξοπλίσει εκστρατεία στο Νεόκαστρο που μόλις είχε αλώσει ο Ιμπραήμ. Έγραψε σχετικά: «η Σεβαστή Διοίκησις ας με επιτάξη να εκστρατεύσω όπου και με όσους στρατιώτας νομίση αρκετούς και είμαι πρόθυμος να δεχθώ την στρατοπεδείαν και της πλέον επικινδύνου θέσεως, ως προς παραδειγματισμόν των επιλοίπων, δια δε ανακούφισιν των εξόδων, τα οποία μέλλουν να εξοδευθούν εις την εκστρατείαν μου, προσφέρω ομολογίας τριάκοντα χιλιάδων γροσίων. Σας παρακαλώ να είναι αποδεκτή η προσφορά και η επιθυμία μου». Τα χρήματα φυσικά δεν συλλέχτηκαν, ωστόσο τίποτα δεν μπορούσε να κάμψει το φρόνημα της Μαντώς, που κατάφερε τελικά με πάρα πολλές θυσίες να εκστρατεύσει με 50 άνδρες. Τέτοιες καρδιές τι άλλο αξίζουν αν όχι αμέριστο θαυμασμό…

Ωστόσο η επέλαση του Ιμπραήμ συνεχίστηκε, λεηλατήθηκε η Τριπολιτσά και εκεί χάθηκε ό,τι είχε καταφέρει με χίλιους κόπους να εξοικονομήσει η Μαντώ, από ένα ενέχυρο που είχε από παλιά αφήσει στην μητέρα της. Μην έχοντας κανέναν άλλον πόρο, και με το νου συνεχώς στον Αγώνα, η Μαντώ διοργάνωσε έρανο στο Ναύπλιο με σκοπό την ενίσχυση του υπό πολιορκία Μεσολογγίου. Στερήθηκε τριών ημερών τροφή για να δώσει το μερίδιό της και αυτό προέτρεπε να κάνουν και οι υπόλοιποι! Βρισκόταν πλέον σε πλήρη οικονομική εξαθλίωση, άστεγη (οι ιδιοκτήτες των σπιτιών είχαν αυξήσει δραματικά τα ενοίκια λόγω της μεγάλης ζήτησης που δημιούργησε η αθρόα προσέλευση των κατατρεγμένων από τις πόλεις που είχε λεηλατήσει ο Ιμπραήμ – χωρίς σχόλια αυτή η επισήμανση), και χωρίς να της παρέχεται ούτε το ημερήσιο συσσίτιο, οι παλιές της υποθέσεις δεν έβρισκαν δικαίωση, και σε αυτήν ακριβώς την φάση την εγκατέλειψε και ο Υψηλάντης, «χωρίς λόγον, με την πλέον σκληράν περιφρόνησιν»… Και όμως, διέτρεχε καθημερινά το στρατόπεδο του Άργους, όπου συμμετείχε στις συζητήσεις και τις πολεμικές αποφάσεις του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών…

Το 1826 η Μαντώ προσπάθησε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους εξαθλιωμένους Μεσολογγίτες που κατέφυγαν στο Ναύπλιο μετά την Έξοδο, παρότι και η ίδια μαστιζόταν από την ανέχεια και τη φτώχεια. Προς το τέλος του χρόνου αυτού, άνθρωποι του Υψηλάντη την απήγαγαν και την μετέφεραν στην Πάρο – απειλώντας την μάλιστα να μην επιστρέψει στο Ναύπλιο - με στόχο να διαλυθεί οριστικά ο αρραβώνας με τον Υψηλάντη. Η ενέργεια αυτή πιθανότατα έγινε εν αγνοία του, ωστόσο ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ έκτοτε να επανασυνδεθεί μαζί της. Η κίνηση αυτή είναι πάντως ενδεικτική του τρόπου που αντιμετώπιζε η κοινωνία μια γυναίκα που ζούσε έξω από τα καθιερωμένα στερεότυπα της εποχής της – επέσυρε το μίσος μα και τον φόβο όσον αφορά στην επιρροή που μπορούσε να ασκήσει. Στην Συνέλευση της Τροιζήνας, το 1827, η Μαντώ ήταν η μοναδική γυναικεία παρουσία, και ανέγνωσε δύο αναφορές της, μία που απαριθμούσε τις θυσίες της προς το γένος και μία κατά της άδικης συμπεριφοράς του Υψηλάντη. Μετακόμισε εν συνεχεία στον Πόρο, προσπάθησε και κατάφερε με πολύ κόπο να ξαναβρεί το σπαθί που της είχαν κλέψει στο πλιάτσικο (ήταν το μοναδικό αντικείμενο από όλη την προίκα της το οποίο γύρευε με τόση επιμονή και υπομονή…) και ζητούσε εκ νέου δικαίωση για τα παλιά χρέη. Της δόθηκε κάποια ελάχιστη βοήθεια από την «Φιλελληνική επιτροπή των συνεισφορών», μόλις 30 γρόσια. Έγραψε εκείνες τις μέρες η Μαντώ: «δια την αγάπην της πατρίδος υστερούμαι τον επιούσιον άρτον», ενώ είχε ήδη μεταβεί στην Αίγινα.

Τον Ιανουάριο του 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Καποδίστριας και η Μαντώ, υποβάλλοντάς του τα σέβη της, του δώρισε το πολύτιμο αυτό κειμήλιο, το σπαθί του Μεγάλου Κων/νου (αργότερα ο Καποδίστριας το δώρισε στον Μαιζών). Εναπόθεσε σε αυτόν όλες τις ελπίδες τις για δικαίωση στις διάφορες υποθέσεις της, ωστόσο εκείνος αδιαφόρησε πλήρως, και απέφευγε συστηματικά να την δεχτεί. Ήταν πλήρως εξαθλιωμένη και ζούσε από την ελεημοσύνη, κυριολεκτικά, της Κυβέρνησης. Συμμετείχε στην Συνέλευση του Άργους το 1829 (και πάλι ήταν η μοναδική γυναικεία παρουσία), όπου, κουρασμένη πλέον, ζητούσε «ό,τι η Εθνική Συνέλευσις εγκρίνει εύλογον δια μίαν πατριώτισσα ήτις εθυσίασεν όλην της την προίκαν εις τας ανάγκας της πατρίδος, όπου από πρώτην στιγμήν του ιερού αγώνος δεν έπαυσεν εις το να συνεισφέρει βοήθειαν το κατά δύναμην εις κάθε ανάγκην της».

Το 1830 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, σε σπίτι που της παραχωρήθηκε τιμής ένεκεν, και το οποίο ήταν κυριολεκτικά ερείπιο. Ο Ιταλός γιατρός Τζεκίνι περιγράφει το περιβάλλον όπου ζούσε πλέον η Μαντώ ως εξής: "όποτε πήγαινα να την επισκεφθώ στο ερειπωμένο σπίτι της στο Ναύπλιο, κινδύνευα πάντοτε να πέσω, ανεβαίνοντας την σκοτεινή ταλαντευόμενη σκάλα, της οποίας τα σπασμένα και άνισα σκαλοπάτια, ομολογώ ειλικρινά, με εμπόδισαν να συνεχίσω τις επισκέψεις μου. Υπέφερα να βλέπω όλα εκείνα που την περιέβαλλαν σε μια κατάσταση άθλιας ερείπωσης, χωρίς να μπορώ να δώσω μια βοήθεια, μια που αναμφίβολα η ίδια δεν θα το επέτρεπε. Αρκεί να πω ότι το δωμάτιο βρισκόταν σε αρμονία με τη σκάλα (σ.σ. εννοεί σε άθλια κατάσταση) και ότι τα ρούχα και τα έπιπλα βρίσκονταν επίσης σε αρμονία με την κάμαρα και τη σκάλα.[...]

Η Μαντώ αγάπησε κι αυτή. Κι αγάπησε έναν ξακουστό αρχηγό. Έναν από τους ενδοξότερους άντρες της Ελλάδας. Ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο μόνος που αγάπησε σε όλη τη ζωή της. Η αγάπη της δεν άλλαξε ποτέ. Ακόμη κι όταν κάθε ελπίδα να γίνει σύζυγός του είχε χαθεί, μετά από ένα συμβάν που μου εκμυστηρεύτηκε η ίδια, με δάκρυα στα μάτια, και το οποίο καθιστούσε αδύνατο αυτόν τον γάμο, που τον ποθούσε εδώ και τόσα χρόνια από τα βάθη της καρδιάς της…[…] Θα πρέπει να ήταν τότε περίπου 30 ετών. Η ομορφιά της είχε ήδη θαμπώσει, όμως η χάρη της, οι ευγενικοί τρόποι, το πνεύμα της, την έκαναν ακόμη τόσο όμορφη, όσο ήταν μέσα σε όλη της την δόξα. Η ένδοξη κόρη της Μυκόνου διακρινόταν για την μετριοφροσύνη της. Μια αρετή που άστραφτε μες στην ψυχή της. Είχε μια τέτοια αυταπάρνηση, που δεν υπήρχε όμοιά της…».


Εξαθλιωμένη, χωρίς κανέναν πόρο, νοικιάζει μία κάμαρα του ερειπωμένου σπιτιού της για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ενώ μετά την δολοφονία του Καποδίστρια της χορηγείτο κι ένα ελάχιστο μηνιαίο βοήθημα. Τα χρόνια κυλούν, η Μαντώ ζει μόνη, εξαθλιωμένη από τη φτώχεια, λησμονημένη από όλους, ακόμη και από τους στενούς συγγενείς της. Ζήτησε από τον Όθωνα να της αποδοθεί στρατιωτικός βαθμός, χωρίς όμως να πάρει απάντηση. Πέθανε στην Παροικιά της Πάρου τον Ιούλιο του 1840. Ετάφη με την στολή του αντιστρατήγου, ενώ ως την τελευταία της κατοικία, πέρα από κάποιους συγγενείς και ντόπιους του νησιού, την συνόδεψε και ο Κοσμάς Τράντας, πρωτοπαλλήκαρό της στον πόλεμο, ψαράς, με τις γάμπες γυμνές και ζωγραφισμένες τατουάζ με τουρκικά κεφάλια. Ο τάφος της δεν υπάρχει πλέον.

Αποσπάσματα από την περίφημη επιστολή της Μαντώς προς τις κυρίες του Παρισιού (1825):

[…] Η αγάπη για την πατρίδα μου, η αφοσίωση στην θρησκεία μου, η δίψα για δίκαια εκδίκηση, έχουν ξεσηκώσει την ψυχή μου και μου ‘χουν δώσει το πάθος για τις μάχες. Ποθώ μια μέρα μάχης όπως εσείς λαχταράτε την ώρα ενός χορού. Γενικά, δεν διαφέρουμε μεταξύ μας μόνο στις έμφυτες χάρες που μας δώρισε ο Θεός, αλλά διαφέρουμε ακόμα και στον τρόπο που τις χρησιμοποιούμε. Εσείς τις χρησιμοποιείτε ενάντια στον προορισμό σας και ανήκετε στην κοινωνία των παθητικών ατόμων. Πιο ευτυχισμένη από εσάς, εγώ τις χρησιμοποιώ όπου είναι αναγκαίο και δίκαιο, κι αυτές μου ανταποδίδουν δόξα, υποταγές, απεριόριστες χάρες. […] Εσείς δεν βλέπετε τους άντρες παρά μόνο σαν θαυμαστές της ομορφιάς σας. Εγώ δεν τους βλέπω παρά σαν στηρίγματα της πατρίδας μου. Εσείς τους αλυσοδένετε στο άρμα σας να τους θαμπώνετε με τη λάμψη σας. Εγώ τους δένω στο άρμα μου να τους κάνω να πετάξουν προς την δόξα. Οι θαυμαστές μου λογίζονται λεύτεροι άνθρωποι, ενώ οι δικοί σας παραμένουν σκλάβοι. […] Οι απαιτήσεις σας είναι καπρίτσια και οι επιθυμίες σας φαντασιώσεις. Ο πατριωτισμός είναι στενόχωρο αίσθημα για την καρδιά σας. Το όνομά του και μόνο σας φέρνει πονοκέφαλο και απαλλάσσεστε από τις ορμές του με υστερισμούς. […] Είστε θελκτικές, το πνεύμα σας είναι πλούσιο, τα ταλέντα σας αρέσουν, πολυάριθμοι θαυμαστές σας πολιορκούν, η ματαιοδοξία σας είναι ικανοποιημένη. Περιφρονείστε τους κενόδοξους νέους, τους γυναικοθήρες, οι οποίοι σέρνουν πίσω τους μια αισχρή ζωή, από χιλιάδες ελεεινές απολαύσεις. Περιφρονείστε τους επιφανείς, ουτιδανούς ανθρώπους, από τους οποίους η πόλη σας είναι πλημμυρισμένη. Αφήστε τους να κορδώνονται μέσα στην γελοία μηδαμινότητά τους, παρά να τους αφήνετε, αν η καρδιά τους στενάζει για σας πολύ, να σπείρουν στη φωτιά της αγάπης το πάθος της εθνικής τιμής. Διατάξτε όλους εκείνους που καίγονται από τα λιβανωτά επάνω στο βωμό σας, να πάνε και να αφιερώσουν τις φροντίδες τους στις δημόσιες έριδες. Πέστε τους, ότι τις εκδηλώσεις σεβασμού, τις τόσο ευχάριστες για σας, μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν στην γενναιόδωρη θυσία για την πατρίδα σας… Μην παραχωρείτε τίποτα, μη ζητάτε τίποτα, που δεν αποφέρει κανένα κέρδος προς την πατρίδα. […]

"Μια απλή κοπέλα, που μεγάλωσε πάνω σ' ένα βράχο, έζησε μέσα στη θλίψη και σφύζει από πατριωτισμό, ζητά ν' ακουστεί από ένα πλήθος κυριών που είναι βυθισμένες στις απολαύσεις, έχουν στη διάθεσή τους όλα τα θαύματα του ανθρωπίνου πνεύματος, ζουν μέσα στη χλιδή, διασκεδάζουν με τις τέχνες και έχουν συνηθίσει στους ευγενείς τρόπους. Με όλες αυτές τις αντιθέσεις μεταξύ των συνηθειών μας μπορεί άραγε να υπάρξει κάποια ομοιότητα στη γλώσσα μας, και μήπως θα γελοιοποιηθώ αν μιλήσω για την επανάσταση της ηρωικής πατρίδος μου σε γυναίκες που γνωρίζουν μόνο τις επαναστάσεις της μόδας;"

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΡΑ
Εθνικίστριες και Υπερήφανες!
Για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια Ελεύθερη Ευρώπη.

  © Blogger templates 'Neuronic' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP