7.2.08

Μαντώ Μαυρογένη (μέρος β')

Μέρος α'

Καταγόταν από την ιδιαιτέρως εύπορη οικογένεια των Μαυρογένη που είχε αναδείξει πολλούς ανώτατους αξιωματούχους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε πιθανώς το 1797 στην Τεργέστη, όπου δραστηριοποιείτο επαγγελματικά ο έμπορος πατέρας της. Σύντομα η οικογένεια μετέβη στην Πάρο, όπου η Μαντώ έλαβε σπουδαία μόρφωση. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, ίσως γύρω στο 1818, η οικογένεια μετακόμισε στην Τήνο, ενώ στις αρχές του 1821 επέστρεψε στην πατρογονική εστία της οικογένειας, την Μύκονο.

Ξεσπώντας η Επανάσταση, η Μαντώ εξόπλισε πλήρως 150 στρατιώτες για να εκστρατεύσουν στην Πελοπόννησο, έστειλε άνδρες και οικονομική βοήθεια στην Σάμο όταν αυτή απειλήθηκε από τους Τούρκους, εξόπλισε και δεύτερο σώμα 50 ατόμων που μετέβησαν στην Πελοπόννησο και συμμετείχαν στην άλωση της Τριπολιτσάς (περιθάλποντας πλήρως τόσο τις οικογένειες των στρατευμένων όσο και τους ασθενείς που προέκυψαν από τις κακουχίες), ενώ έχασε πολλά χρήματα εξαιτίας ατυχιών που αντιμετώπισαν αυτές οι αποστολές αλλά και της λιποταξίας κάποιων εκ των στρατιωτών που είχε πληρώσει για τις εκστρατείες. Διέθεσε πολλά χρήματα στον Κασομούλη για την προπαρασκευή εκστρατείας στην Βόρεια Ελλάδα και ενίσχυε οικονομικά πολλούς φιλέλληνες αγωνιστές, καθώς εκτιμούσε την αυταπάρνησή τους και την στήριξή τους στους δοκιμαζόμενους Έλληνες.

Το 1822 χρηματοδότησε την πολιορκία της Καρύστου και μια εκστρατεία για να προστρέξει τους Χιώτες, δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε την ολοκληρωτική καταστροφή του νησιού. Επίσης, εξόπλισε 50 άνδρες που εστάλησαν προς ενίσχυση του σώματος του Νικηταρά στη μεγάλη μάχη στα Δερβενάκια. Άμα τη εμφανίσει του τουρκικού στόλου στις Κυκλάδες μετέβη στην Τήνο όπου έβαλε ενέχυρο με εξευτελιστικούς όρους πολλά κοσμήματά της για να εξοπλίσει πλήρως 200 άνδρες που αντιμετώπισαν γενναία τους Τούρκους με ορμητήριο την Μύκονο. Η Μαντώ αργότερα έγραψε χαρακτηριστικά: «Η πατρίδα μου, όταν επαπιλούσε ο εχθρικός στόλος τον όλεθρόν της, εις εμέ γνωρίζει την ύπαρξίν της».

Το 1823 μετακόμισε στο Ναύπλιο, για να βρίσκεται στην καρδιά της εξέγερσης. Μετέφερε και ολόκληρη την προίκα της, εν είδει χρημάτων, μέρος της οποίας αποτελούσε και ένα σπαθί του Μεγάλου Κωνσταντίνου τεράστιας αξίας, κειμήλιο του πατέρα της. Εκείνη την εποχή γνώρισε και τον Δημήτρη Υψηλάντη με τον οποίον συνδέθηκε, αλλά και πολλούς φιλέλληνες, τους οποίους συγκλόνισε με την παροιμιώδη ομορφιά της αλλά και την γενναιότητα της ψυχής της και την αγνότητα του πατριωτισμού της – αποτέλεσμα των εγκωμίων που έγραψαν για αυτήν ήταν να εξαπλωθεί η φήμη της ηρωίδας στην Ευρώπη. Παράλληλα, έκανε μάταιες προσπάθειες να της πληρωθούν οι οφειλές των χρεωστών της σε Μύκονο και Άνδρο, με σκοπό να χρηματοδοτήσει νέες εκστρατείες. Τον Μάιο είχε την μεγάλη ατυχία να καεί η οικία της, και να κλαπεί στο πλιάτσικο από άνδρες της αστυνομίας όλη η προίκα της. Η ενέργεια αυτή έμεινε ατιμώρητη, με μόνο κόστος τον αφορισμό των κλεφτών από την Εκκλησία. Μην έχοντας πού να μείνει η Μαντώ, μετέβη στην Τριπολιτσά, όπου διέμενε τότε ο σύντροφός της, Υψηλάντης, ενώ παράλληλα ζητούσε επανειλημμένα από τις αρχές του κράτους (εν μέσω μάλιστα του πρώτου εμφυλίου…) να μεριμνήσουν για την εύρεση των κλοπιμαίων και για την αποπληρωμή των χρεών που της οφείλονταν σε Μύκονο, Άνδρο, Τήνο και Πάρο. Οι υποθέσεις της αυτές δεν είχαν καμμία τύχη, παρότι την Μαντώ στήριζε απεριόριστα ο Παπαφλέσσας (ήταν τότε και υπουργός Εσωτερικών), ο οποίος και φρόντισε να της χορηγείται καθημερινά τροφή, ώστε να εξασφαλίσει το ζην.


Το 1824 η Μαντώ επέστρεψε στην Τριπολιτσά, έπειτα από σύντομη παραμονή στο Ναύπλιο, και προσπάθησε να συμβιβάσει τις πλευρές στον εμφύλιο, ασκώντας όση επιρροή μπορούσε. Μαστιζόταν από πείνα και δυστυχία, ενώ και οι υποθέσεις με την αποπληρωμή των παλαιών χρεών δεν είχαν καμμία εξέλιξη. Σε μία από τις αναφορές που συνέταξε ζητώντας δικαίωση, ανέφερε μεταξύ άλλων πως οι έως τότε υπηρεσίες της υπερέβαιναν σε κόστος τα 25 χιλ. γρόσια, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή. Μετά την καταστροφή των Ψαρών, επέστρεψε στο Ναύπλιο, όπου αντιμετώπισε πρόβλημα στέγης καθώς το σπίτι που έμενε παλιά και το οποίο είχε καεί, το είχε οικειοποιηθεί κάποιος άλλος. Έμεινε πολλές μέρες άστεγη, ενώ και στο προσωρινό κατάλυμα που βρήκε (ένα δωμάτιο, μέρος άλλου σπιτιού) αντιμετώπιζε καθημερινά τις απειλές για έξωση. Ο Παπαφλέσσας ενήργησε για την συλλογή των χρημάτων των οφειλομένων στην Μαντώ από τους χρεώστες της, ωστόσο οι τελευταίοι (άπαντες) αρνήθηκαν να πληρώσουν και το υπουργείο αρκέστηκε στο να της παραχωρήσει ομολογίες 25 χιλ. γροσίων ως ανταμοιβή για την προσφορά της στην πατρίδα. Το φθινόπωρο σταμάτησαν να της παρέχουν και το καθημερινό συσσίτιο, και ο χειμώνας την βρήκε σε άθλια κατάσταση, σχεδόν άστεγη, χωρίς ούτε ένα γρόσι, με τις ομολογίες να είναι αδύνατον να εξαργυρωθούν σε μετρητά σε οποιαδήποτε τιμή (αργότερα εξαργύρωσε ένα πολύ μικρό μέρος τους και αυτό μόλις στο 18% της αξίας τους!), και με την απειλή μιας τρομερής επιδημίας που θέριζε τότε το Ναύπλιο – μάλιστα, παρ’όλη την εξαθλίωσή της, η Μαντώ δεν έπαψε στιγμή να μεριμνά και να περιθάλπει τους οικείους της ασθενείς.


Μέρος γ'

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Η ΣΕΛΗΝΗ ΤΩΡΑ
Εθνικίστριες και Υπερήφανες!
Για μια Μεγάλη Ελλάδα σε μια Ελεύθερη Ευρώπη.

  © Blogger templates 'Neuronic' by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP